×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconάκρη
Reklama:

Okolí

ακουστικόακουστικόςακουστόςακούωάκραακραίαακραίοςακράτειαάκρηακριβάακριβαίνωακρίβειαακριβήςακριβόςακριβώςακρίδαάκροακροάζομαιακρόασηακροατήριοακροατήςακροβασίαακροβάτηςακροβατικός
Zobrazit vše (24)
άκρη [aːkri] η
kraj (krajní část), okraj, obruba, lem, konec (koncová část)Δεν βγάζω άκρη. Vůbec se v tom nemůžu vyznat. (v textu ap.)
Reklama:

δρόμοςάκρη του δρόμου η krajnice
μάτιάκρη η του ματιού koutek (oka ap.)
σταματώσταματώ στην άκρη zastavit u krajnice (řidič)
zastavitzastavit u krajnice (řidič) σταματώ στην άκρη
Reklama: