×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconέχω
Reklama:

Okolí

εφυαλώνωέφυγεεχεμύθειαέχθραεχθρικόςεχθρόςεχθρότηταέχιδναέχωέχων λοβούςέωςΕωσφόροςζακέταζαλάδαζάληζαλίζομαιζαλισμένοςζαμπαγιόνεΖάμπιαζαμπόνζάνταζάραζάριζαρκάδι
Zobrazit vše (24)
έχω [eːχo] v
1.mít (majetek ap.), vlastnit co
2.mít udělat co (dle předpokladu ap.)
3.dávat co (film ap.)
phr
έχω την γνώμη domnívat seέχω οικονομική δυνατότητα για κάτι moci si dovolit co (finančně ap.)Έχε στον νού σου ότι... Mějte na paměti, že...Δεν έχω αρκετά λεφτά. Nemám dost peněz.
Reklama:

αδυναμίαέχω αδυναμία σε κάτι potrpět si na co (mít rád ap.)
αίσθησηέχω τις αισθήσεις μου být při vědomí
αποτέλεσμαέχω αποτέλεσμα účinkovat (působit)
γνώμηέχω την ίδια γνώμη με κάποιον být zajedno s kým
δεκάραδεν έχω δεκάρα nemít ani korunu, být švorc, být na mizině
δεσμόςέχω δεσμό mít známost (partnerku, partnera)
διάθεσηέχω κάτι στη διάθεση κάποιου mít co k dispozici
διαστάσειςέχω διαστάσεις měřit kolik (mít rozměr)
δίκιοδεν έχω δίκιο σε κάτι nemít pravdu v čem
εγγύησηέχω εγγύηση být v záruce (zboží ap.)
εμμονήέχω εμμονή με κάτι být posedlý kým/čím
εμφάνισηέχω καλή εμφάνιση dobře se vyjímat
εξέτασηέχω εξέταση dělat zkoušku, skládat zkoušku
επίδρασηέχω κάποια επίδραση σε κάποιον/κάτι působit na koho/co (mít účinek), zapůsobit na koho/co jak (mít účinek, vliv)
επιτυχίαέχω επιτυχία být úspěšný, mít úspěch
καθαρτικόςέχω καθαρτικές ιδιότητες projímat
καλόςέχω καλή εμφάνιση dobře se vyjímat
κενόέχω κενό μνήμης mít okno (výpadek paměti)
κουσούραέχω κουσούρα mít slabost pro koho/co
λουρίέχω το σκύλο στο λουρί mít psa na vodítku
μάτιέχω μάτια μεγαλύτερα από το στομάχι μου (přen.) mít velké oči
ναυτίαέχω ναυτία mít mořskou nemoc
ξυπνώέχω ξυπνήσει být vzhůru (z postele)
όφελοςέχω όφελος από κάτι mít prospěch, těžit, mít užitek z čeho
παραίσθησηέχω παραισθήσεις mít halucinace
πρεμιέραέχω πρεμιέρα mít premiéru
προβάδισμαέχω προβάδισμα vést (v soutěži ap.)
πρότυποέχω ως πρότυπο κάποιον vzhlížet ke komu/čemu (obdivně ap.)
σηκώνομαιέχω σηκωθεί být vzhůru (z postele)
συνήθειαέχω τη συνήθεια να κάνω κάτι mít ve zvyku, obvykle dělat co
τάσηέχω την τάση να κάνω κάτι mít sklony (povahově ap.), být náchylný k čemu
τελειώνωέχω τελειώσει με κάτι být hotový s čím, mít hotové co (práci ap.)
τιςέχω τις μαύρες μου být sklíčený/na dně (psychicky)
υπόδειγμαέχω ως υπόδειγμα κάποιον vzhlížet ke komu/čemu (obdivně ap.)
φαγούραέχω φαγούρα svědit, svrbět
χανγκόβερέχω χανγκόβερ mít kocovinu
χιούμορέχω χιούμορ smysl pro humor
ωορρηξίαέχω ωορρηξία (biol., med.) ovulovat
διάθεσηΔεν έχω διάθεση. Nechce se mi.
διάθεσηΔεν έχω διάθεση να... Nemám náladu na...
δουλειάΤώρα έχω πολλή δουλειά. Mám teď moc práce.
έρχομαιΈχω μόλις έρθει. Právě jsem přišel.
ιδέαΔεν έχω ιδέα To vůbec netuším. (nevím), Nemám tušení., Nemám ponětí.
καθυστέρησηΘα έχω μισή ώρα καθυστέρηση. Přijdu o půl hodiny později., Budu mít půl hodiny zpoždění.
λίγοςΈχω λίγα λεφτά. Mám málo peněz.
μαζίΔεν το έχω μαζί μου. Nemám to u sebe.
νομίζωΝομίζω θα έχω ένα παγωτό. Mám chuť na zmrzlinu.
πονοκέφαλοςΈχω πονοκέφαλο. Bolí mě hlava.
πυρετόςΈχω πυρετό. Mám horečku.
φάειΈχω φάει. Už jsem jedl.
χάρηΈχω μία χάρη να σου ζητήσω. Mám na vás prosbu.
χρήμαΔεν έχω χρήματα μαζί μου. Nemám u sebe peníze.
χρήμαΔεν έχω καθόλου χρήματα πάνω μου. Nemám u sebe peníze.
χρόνοςΔεν έχω χρόνο. Nemám čas.
ώραΘα έχω μισή ώρα καθυστέρηση. Přijdu o půl hodiny později., Budu mít půl hodiny zpoždění.
conení co (ztratit ap.) δεν έχω τίποτα
dělatdělat zkoušku έχω εξέταση
dispozicemít co k dispozici έχω κάτι στη διάθεση κάποιου
dovolit simoci si dovolit co (finančně ap.) έχω οικονομική δυνατότητα για κάτι
halucinacemít halucinace έχω παραισθήσεις
hotovýbýt hotový s čím έχω τελειώσει με κάτι
kocovinamít kocovinu είμαι χάλια, έχω χανγκόβερ
korunanemít ani korunu δεν έχω δεκάρα
mítmít hotové co (práci ap.) έχω τελειώσει με κάτι
mítnemít ani korunu δεν έχω δεκάρα
mizinabýt na mizině δεν έχω δεκάρα
mořskýmít mořskou nemoc έχω ναυτία
náchylnýbýt náchylný k čemu είμαι επιρρεπής σε κάτι, έχω την τάση να κάνω κάτι
následekmít za následek co έχω ως αποτέλεσμα, έχω ως απόρροια, επακολουθώ, συνεπάγομαι κάτι
nemocmít mořskou nemoc έχω ναυτία
oknomít okno (výpadek paměti) έχω κενό μνήμης, παθαίνω μπλακάουτ
okomít velké oči (přen.) έχω μάτια μεγαλύτερα από το στομάχι μου
posedlýbýt posedlý kým/čím έχω εμμονή με κάτι
pravdanemít pravdu v čem δεν έχω δίκιο σε κάτι
premiéramít premiéru έχω πρεμιέρα
prospěchmít prospěch z čeho έχω όφελος, επωφελούμαι από κάτι
skládatskládat zkoušku έχω εξέταση
sklonmít sklony k čemu (povahově ap.) είμαι επιρρεπής σε κάτι, έχω την τάση να κάνω κάτι
slabostmít slabost pro koho/co έχω κουσούρα
smyslsmysl pro humor έχω χιούμορ
švorcbýt švorc δεν έχω δεκάρα
úspěchmít úspěch επιτυγχάνω, έχω επιτυχία, είμαι επιτυχημένος
úspěšnýbýt úspěšný επιτυγχάνω, έχω επιτυχία, είμαι επιτυχημένος
užitekmít užitek z čeho έχω όφελος, επωφελούμαι από κάτι
vědomíbýt při vědomí έχω τις αισθήσεις μου
vodítkomít psa na vodítku έχω το σκύλο στο λουρί
vyjímat sedobře se vyjímat έχω καλή εμφάνιση
vzhůrubýt vzhůru (bdít) αγρυπνώ, (z postele) έχω σηκωθεί, έχω ξυπνήσει
zajednobýt zajedno s kým έχω την ίδια γνώμη με κάποιον, συμφωνώ μαζί με κάποιον
zárukabýt v záruce (zboží ap.) είμαι υπό εγγύηση, έχω εγγύηση
zásobaudělat si zásoby čeho αγοράζω πιο πολλά για να έχω αποθέματα
boletBolí mě hlava. Έχω πονοκέφαλο.
časNemám čas. Δεν έχω χρόνο.
hlavaBolí mě hlava. Έχω πονοκέφαλο.
horečkaMám horečku. Έχω πυρετό.
chtít seNechce se mi. Δεν επιθυμώ., Δεν έχω διάθεση.
chuťMám chuť na zmrzlinu. Νομίζω θα έχω ένα παγωτό.
jístUž jsem jedl. Έχω φάει.
Reklama: