×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconαβέβαιος
Reklama:

Okolí

άβακαςαβανγκάρνταβάςαβασάνιστααβασάνιστοςαβάσιμααβάσιμοςαβάσταχτοςαβέβαιοςαβεβαιότητααβιταμίνωσηαβλαβήςαβοήθητοςαβοκάντοάβολαάβολοςαβραμίδααβρόςαβρότητααβύθιστοςαβυσσαίοςαβυσσαλέοςάβυσσοςΑγ.
Zobrazit vše (24)
αβέβαιος [aveːveos] adj
1.nejistý, ošidný
2.nejistý (nesebevědomý ap.)
phr
είμαι αβέβαιος για κάτι nebýt si jistý čím
Reklama:

Reklama: