×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconαγχωτικός
Reklama:

Okolí

αγρυπνώαγύριστοςάγχομαιαγχόνηαγχώδηςαγχωμένοςαγχώνομαιαγχώνωαγχωτικόςάγωαγωγήαγώγιμοςαγωγοίαγωγόςαγώναςαγωνίααγωνίζομαιαγώνισμααγωνιστικόςαγωνιώαδαήςαδαμαντίνηαδαμαντουργόςαδάμαστος
Zobrazit vše (24)
αγχωτικός [aŋχotikoːs] adj
skličující (působící úzkost ap.), stresující
Reklama:

Reklama: