×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconαθόρυβα
Reklama:

Okolí

άθικτοςάθλημααθλητήςαθλητικόςαθλητισμόςάθλιαάθλιοςαθλούμαιαθόρυβαάθραυστοςαθροίζωάθροισμααθυμίααθυμώαθώοςαθωότητααθωώνωαθώωσηαίγαγροςαιγαίοςαιγίδααίγληαιγοθήληςΑιγόκερως
Zobrazit vše (24)
αθόρυβα [aθoːriva] adv
tiše (bez hluku), potichu (neslyšně ap.)
Reklama:

γλιστρώγλιστρώ αθόρυβα από κάπου vytratit se odkud (kradmo odejít)
Reklama: