×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconακατάδεκτος
Reklama:

Okolí

ακάνθινοςακανθόχειροςακανθώδηςακανόνισταακανόνιστοςάκαρδοςακάρεοάκαρποςακατάδεκτοςακαταδεξίαακαταδίωκτοακατάληπτοςακατάλληλαακατάλληλοςακαταμάχητοςακατανίκητοςακατανοησίαακατανόητοςακαταστασίαακατάστατοςακατάσχετοςακατέργαστοςακατοίκητοςακατόρθωτος
Zobrazit vše (24)
ακατάδεκτος [akataːðektos] adj
nevrlý (bručoun ap.), odměřený (osoba), pyšný (domýšlivý)
Reklama:

Reklama: