×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconαλαζονικός
Reklama:

Okolí

ακυρότηταακυρωθείςακυρώνομαιακυρώνωακύρωσηακυρωτικάαλάβαστροαλαζονείααλαζονικόςάλαλοςαλάνθαστοςαλανιάρααλανιάρηςάλαςΑλάσκααλάτιαλατιέρααλατίζωΑλβανίααλβανικάαλβανικήαλβανικόςΑλβανόςάλγεβρα
Zobrazit vše (24)
αλαζονικός [alazonikoːs] adj
domýšlivý, nafoukaný (člověk), namyšlený, suverénní (chování ap.)
Reklama:

Reklama: