×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconανάλαφρος
Reklama:

Okolí

ανάκρισηανακριτήςανακτώανακυκλωμένοςανακυκλώνωανακύκλωσηανακυκλώσιμοςαναλαμβάνωανάλαφροςαναλγητικόαναλγητικόςαναλήθειααναληθήςαναληθώςανάληψη1ανάληψη2ανάλογααναλογίααναλογίεςαναλογίζομαιαναλογικάαναλογικόςαναλογικότητααναλόγιο
Zobrazit vše (24)
ανάλαφρος [anaːlafros] adj
lehčený, odlehčený (materiál)
Reklama:

Reklama: