×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconανακρίνω
Reklama:

Okolí

ανακόνταανακοπήανακουρκουδίζωανακουφίζομαιανακουφίζωανακούφισηανακρίβειαανακριβήςανακρίνωανάκρισηανακριτήςανακτώανακυκλωμένοςανακυκλώνωανακύκλωσηανακυκλώσιμοςαναλαμβάνωανάλαφροςαναλγητικόαναλγητικόςαναλήθειααναληθήςαναληθώςανάληψη1
Zobrazit vše (24)
ανακρίνω [anakriːno] v
vyslýchat (svědky ap.), vyslechnout koho (podezřelého ap.)ανακρίνω τον ύποπτο vyslechnout podezřelého
Reklama:

Reklama: