×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconανασκαφή
Reklama:

Okolí

αναρχιστήςαναρχιστικόςαναρωτιέμαιανάσαανασηκώνομαιανασηκώνωανασκάπτωανασκαφέαςανασκαφήανάσκελαανασκευάζωανασκολοπίζωανασκοπώανασκουμπώνομαιανασταίνωανάστασηαναστατωμένοςαναστατώνωαναστάτωσηαναστεναγμόςαναστενάζωανάστημααναστολήαναστρέφω
Zobrazit vše (24)
ανασκαφή [anaskafiː] η
výkop (jáma), vykopání (ze země ap.), odkrytí (naleziště ap.), vykopávka (nález)χώρος ο ανασκαφής vykopávky (místo výzkumu), archeologické nalezištěαρχαιολογικές ανασκαφές οι vykopávky (místo výzkumu), archeologické nalezištěανασκαφές οι vykopávky (místo výzkumu), archeologické naleziště
Reklama:

Reklama: