×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconανασκολοπίζω
Reklama:

Okolí

ανάσαανασηκώνομαιανασηκώνωανασκάπτωανασκαφέαςανασκαφήανάσκελαανασκευάζωανασκολοπίζωανασκοπώανασκουμπώνομαιανασταίνωανάστασηαναστατωμένοςαναστατώνωαναστάτωσηαναστεναγμόςαναστενάζωανάστημααναστολήαναστρέφωαναστρέψιμοςαναστροφήανασύρομαι
Zobrazit vše (24)
ανασκολοπίζω [anaskolopiːzo] v
nabodnout (na rožeň ap.), napíchnout
Reklama:

Reklama: