×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconανατριχιάζω
Reklama:

Okolí

ανατομίαανατομικάανατομικόςανατρέπομαιανατρεπτικόςανατρέπωανατρέφωανατρέχωανατριχιάζωανατριχίλαανατροπήανατροφήανατυπώνωανατύπωσηάναυδοςαναφέρομαιαναφερόμενοςαναφέρωαναφλέγομαιαναφλέγωαναφλεκτήραςανάφλεξηαναφοράαναφορικά
Zobrazit vše (24)
ανατριχιάζω [anatriçaːzo] v
naježit se, zježit se (srst ap.), naježit (vlasy ap.), zježit co, otřást seΜε ανατριχιάζει. Mrazí mě z toho. (o pocitu)
Reklama:

Reklama: