×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconανεβάζω
Reklama:

Okolí

ΆνδεωνΑνδόρραανδρείκελοανδρείοςανδρισμόςανδρόγυνοςανδροειδέςανδροπρέπειαανεβάζωανεβαίνωανέβασμαανεβασμένοςανεδαφικόςανειδίκευτοςανειλικρινήςανείπωτοςανέκδοτοανέκδοτοςανέκρηκτοςανεκτικόςανεκτίμητοςανεκτόςανελέητοςανελευθερία
Zobrazit vše (24)
ανεβάζω [anevaːzo] v
1.zvednout (dostat výš), vyzvednout (nahoru), pozvednout co
2.vytáhnout (na stožár), vztyčit (vlajku)
3.zvýšit (stavbu, zeď ap.)
4.zesílit co (přijímač ap.)
5.(výp.) (fam.) uploadovat
phr
Το πυρετό ανέβασε. Horečka stoupla.
Reklama:

Reklama: