×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconανειδίκευτος
Reklama:

Okolí

ανδρόγυνοςανδροειδέςανδροπρέπειαανεβάζωανεβαίνωανέβασμαανεβασμένοςανεδαφικόςανειδίκευτοςανειλικρινήςανείπωτοςανέκδοτοανέκδοτοςανέκρηκτοςανεκτικόςανεκτίμητοςανεκτόςανελέητοςανελευθερίαανελκυστήραςανεμίζωανεμιστήραςανεμοβλογιάανεμοδείκτης
Zobrazit vše (24)
ανειδίκευτος [aniðiːceftos]
adj
nekvalifikovaný, neodborný (práce)
ο
pomocný/nekvalifikovaný dělník
Reklama:

dělníkpomocný/nekvalifikovaný dělník ανειδίκευτος ο
Reklama: