×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconανορεξικός
Reklama:

Okolí

ανοιχτόςανοιχτόχρωμοςανομοειδήςανοξείδωτοςάνορακανόργανοςανορεξίαανορεξικήανορεξικόςανορθόδοξοςανοσίαανοσολογίαανοσοποίησηανοσοποιητικόςανοσοποιώάνοσοςάνοστοςανοχήανταγωνίζομαιανταγωνιστήςανταγωνιστικόςανταγωνιστικότηταανταλλαγήαντάλλαγμα
Zobrazit vše (24)
ανορεξικός [anoreksikoːs] adj
(med.) anorektický
Reklama:

Reklama: