×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconαποκλειστικά
Reklama:

Okolí

αποκαρδιωμένοςαποκατάστασηαποκεντρώνωαποκέντρωσηαποκεφαλίζωαποκηρύσσωαποκλεισμένοςαποκλεισμόςαποκλειστικάαποκλειστικόςαποκλείωαποκληρώνωαποκλίνωαπόκλισηαποκόβωαποκοιμάμαιαποκοιμιέμαιαποκοιμούμαιαποκολλώαποκομίζωαπόκομμααποκόμματα χαρτιούαποκόπτομαιαποκόπτω
Zobrazit vše (24)
αποκλειστικά [apoklistikaː] adv
exkluzivně, výhradně, výlučně
Reklama:

πάρτιπάρτι πριν από το γάμο αποκλειστικά για γυναίκες loučení se svobodou (ženy)
loučeníloučení se svobodou (ženy) πάρτι πριν από το γάμο αποκλειστικά για γυναίκες, (muže) εργένικο πάρτι
Reklama: