×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconαπορρέω
Reklama:

Okolí

αποπροσανατολίζωαποπροσανατολισμένοςαποπροσανατολισμόςαποπτύωαπόρθητοςαπορίααπορίπτωάποροςαπορρέωαπόρρητοςαπόρριμααπορρίματα χαρτιούαπορρίπτωαπορριφθείςαπόρριψηαπορροήαπορροφημένοςαπορρόφησηαπορροφητήραςαπορροφητικόςαπορροφώαπορροφώμαιαπορρυθμίζωαπορρύθμιση
Zobrazit vše (24)
απορρέω [aporeːo] v
odtéct (odpadní voda ap.), pramenit (příčiny ap.), plynout z čeho (jako důsledek)
Reklama:

Reklama: