×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconαπορροφημένος
Reklama:

Okolí

απορρέωαπόρρητοςαπόρριμααπορρίματα χαρτιούαπορρίπτωαπορριφθείςαπόρριψηαπορροήαπορροφημένοςαπορρόφησηαπορροφητήραςαπορροφητικόςαπορροφώαπορροφώμαιαπορρυθμίζωαπορρύθμισηαπορρυπαντικόαπορρυπαντικόςαποσάθρωσηαπόσβεσηαποσβήνωαποσβολωμένοςαποσβολώνωαποσβύνω
Zobrazit vše (24)
απορροφημένος [aporofimeːnos] adj
chorobný, obsedantní, utkvělý (pocit, myšlenka ap.)
Reklama:

Reklama: