×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconαποσύρομαι
Reklama:

Okolí

αποσυναρμολογώαποσυνδεδεμένοςαποσυνδέομαιαποσύνδεσηαποσυνδέωαποσύνθεσηαποσυντίθεμαιαποσυντονίζωαποσύρομαιαπόσυρσηαποσύρωαποσχίζομαιαπόσχισηαποσχιστικόςαποταμίευσηαποταμιεύωαποτέλεσμααποτελεσματικάαποτελεσματικόςαποτελεσματικότητααποτελούμαιαποτελούμενοςαποτελώαποτεφρώνω
Zobrazit vše (24)
αποσύρομαι [aposiːrome] v
1.odejít z čeho (z aktivní činnosti), skončit s čím (kariérou)
2.odejít do důchodu, jít do penze
3.stáhnout se (vojska ap.)
Reklama:

důchododejít do důchodu αποσύρομαι, συνταξιοδοτούμαι από κάτι
odejítodejít do důchodu αποσύρομαι, συνταξιοδοτούμαι από κάτι
penzejít do penze αποσύρομαι, συνταξιοδοτούμαι από κάτι
Reklama: