×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconαράζω
Reklama:

Lodě

σκάφοςπλοίοσχεδίακανόκαγιάκβάρκαλέμβοςγιοτδεξαμενόπλοιοιστιοπλοϊκόκαταδρομικόπαγοθραυστικόρυμουλκότορπιλλάκατοςυπερωκεάνιοφέριμποτχόβερκραφτάγκυρακαμπίνακουπίπανίπηδάλιοτιμόνιπλώρηπρύμνηκαρίνατρόπιδακατάρτιβύθισμαυποβρύχιοναύτηςκαπετάνιοςπλέωαποπλέωσαλπάρωαγκυροβολώαράζω
Zobrazit vše (37)

Okolí

άραΆραβαςΑραβίααραβικάαραβικήαραβικόςΑραβολόγοςαραβοσιτάλευροαράζωαραιόςαραιώνωαρακάςαραμαϊκάαραμαϊκήαραξοβόλιαράπισσααραχίδααράχνηαραχνοφοβίααργάαργαλειόςΑργεντινήαργεντίνικοςΑργεντίνος
Zobrazit vše (24)
αράζω [araːzo] v
1.kotvit (o lodi)
2.povalovat se (nečinně ležet ap.), válet se (lenošit)
Reklama:

přirazitpřirazit (ke břehu) (loď) αγκυροβολώ, αράζω
Reklama: