×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconαφυπνισμένος
Reklama:

Okolí

αφτερσέιβαφτίαφυγραντήραςαφυδατωμένοςαφυδατώνωαφυδάτωσηάφυλοςαφυπνίζομαιαφυπνισμένοςαφύσικοςάφωναάφωνοςαχαίνιοαχαλιναγώγητοςαχαλίνωτοςαχαριστίααχάριστοςάχαροςαχάτηςάχειροςαχερόντια άτροποςαχθοφόροςαχινόςαχλάδι
Zobrazit vše (24)
αφυπνισμένος [afipnizmeːnos] adj
rozčarovaný, zklamaný čím, zbavený iluzí ohledně čeho
Reklama:

Reklama: