×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconαφύσικος
Reklama:

Okolí

αφτίαφυγραντήραςαφυδατωμένοςαφυδατώνωαφυδάτωσηάφυλοςαφυπνίζομαιαφυπνισμένοςαφύσικοςάφωναάφωνοςαχαίνιοαχαλιναγώγητοςαχαλίνωτοςαχαριστίααχάριστοςάχαροςαχάτηςάχειροςαχερόντια άτροποςαχθοφόροςαχινόςαχλάδιαχλαδιά
Zobrazit vše (24)
αφύσικος [afiːsikos] adj
afektovaný, nepřirozený, umělý
Reklama:

Reklama: