×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconαόριστος
Reklama:

Okolí

αξιωματούχοςαξιώνωαξίωσηάξοναςαξύριστοςάοπλοςαόρατοςαορατότητααόριστοςαορτήάουΑουρικουλάριααουταουτσάιντεραπαγγέλλωαπαγκιστρωμένοςαπαγορεύεταιαπαγορευμένοςαπαγόρευσηαπαγορευτικόςαπαγορεύωαπαγχονίζωαπάγωαπαγωγέας
Zobrazit vše (24)
αόριστος [aoːristos]
adj
neurčitý
ο
aorist
phr
για αόριστο χρόνο neurčitě (odpovědět ap.)
Reklama:

minulýminulý čas αόριστος ο, παρατατικός ο
Reklama: