×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconβάρβαρος
Reklama:

Okolí

βανιλίνηβαπτίζωΒαπτιστήςβάραθροβαραίνωβαράκιβαράνοςβαρβαρικόςβάρβαροςβαρβαρότηταβαρβιτουρικόβάρδιαβαρέλιβαρελότοβαρετόςβαρήκοοςβαριάβαριακούωβαρίδιβαρίδιοβαριέμαιβαριεστημένοςβαριετέβάριο
Zobrazit vše (24)
βάρβαρος [vaːrvaros]
adj
1.barbarský, necivilizovaný (divoký ap.)
2.strašný, příšerný (zločin ap.)
ο
(hist.) barbar
Reklama:

Reklama: