×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconβανίλια
Reklama:

Koření

μπαχάριμπαχαρικόαλάτιάνηθοςβανίλιαβασιλικός1γλυκάνισοδάφνηδενδρολίβανοεστραγκόνθυμάριιουνίπεροςκανέλακάρικόλιαντροκουρκούμηκύμινολεβιστικόμάραθοματζουράναμένταμοσχοκάρυδομουστάρδαπιπέριρίγανησαφράντζίντζερφασκόμηλοφραγκομαϊντανός
Zobrazit vše (29)

Okolí

βαμμένοςβαμπίρβανβάναβανάδιοβάναυσοςβανδαλισμόςβάνδαλοςβανίλιαβανιλίνηβαπτίζωΒαπτιστήςβάραθροβαραίνωβαράκιβαράνοςβαρβαρικόςβάρβαροςβαρβαρότηταβαρβιτουρικόβάρδιαβαρέλιβαρελότοβαρετός
Zobrazit vše (24)
βανίλια [vaniːʎa]
η
vanilka
adj
vanilkový (příchuť ap.)
βανίλιας vanilkový (s vanilkou ap.)
Reklama:

Reklama: