×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconβότανο
Reklama:

Okolí

βόσκωΒοσνία και ΕρζεγοβίνηΒοσνιακόςΒόσποροςβόταναβοτανάςβοτανικήβοτανικόςβότανοβοτανολόγιοβότκαβότσαλοβουβάλιβούβαλοςβουβαμάραβουβόςβουβώναςΒουδαπέστηΒούδαςΒουδισμόςΒουδιστήςβουδιστικόςβουητόβουίζω
Zobrazit vše (24)
βότανο [voːtano] το
bylina (léčivka ap.)από βότανα bylinný, bylinkovýβότανο το του Αγίου Ιωάννη (bot.) třezalka
Reklama:

Reklama: