×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconγκαζάκι
Reklama:

Okolí

γιορτινόςγιοςγιοτγιουάνΓιουγκοσλαβίαΓιουγκοσλαβικόςγιούνισεξγιουρτγκαζάκιγκαζόνγκάινταγκαλάΓκαλαπάγκοςγκαλερίΓκάμπιαΓκαμπόνΓκάναγκάνγκστεργκάουτσογκαράζγκαργκόιλγκαρίζωγκαρνταρόμπαγκαρσονιέρα
Zobrazit vše (24)
γκαζάκι [gazaːci] το
(tábornický) vařič
Reklama:

vařič(tábornický) vařič φορητή εστία, γκαζάκι το, εστία υγραερίου
Reklama: