×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconδεικτικός
Reklama:

Okolí

δεδομένοδεδομένοςδεδομένωνδείγμαδειγματολήπτηςδειγματοληψίαδειγματολόγιοδείκτηςδεικτικόςδειλάδειλίαδειλινόδειλόςδεινόδεινόσαυροςδείπνοδείπνοςδειπνώδεισιδαιμονίαδείχνωδέκαδεκαδικόςδεκαεννέαδεκαέξι
Zobrazit vše (24)
δεικτικός [ðiktikoːs] adj
(ling.) ukazovací (zájmeno)
Reklama:

Reklama: