×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconδεσμευμένος
Reklama:

Okolí

δερμάτινοςδερματίτιδαδερματολογίαδερματολόγοςδερματοχελώναδέρνωδέσιμοδεσμάδεσμευμένοςδεσμεύομαιδέσμευσηδεσμευτικόςδεσμεύωδέσμηδεσμόςδεσμοφύλακαςδεσπόζωδεσπόζωνδεσποινίςδεσπότηςδεσποτικόςδεσποτισμόςΔευτέραδευτέρα
Zobrazit vše (24)
δεσμευμένος [ðezmevmeːnos] adj
vázaný čím (závazkem ap.)
Reklama:

Reklama: