×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconδεσμεύω
Reklama:

Okolí

δερματοχελώναδέρνωδέσιμοδεσμάδεσμευμένοςδεσμεύομαιδέσμευσηδεσμευτικόςδεσμεύωδέσμηδεσμόςδεσμοφύλακαςδεσπόζωδεσπόζωνδεσποινίςδεσπότηςδεσποτικόςδεσποτισμόςΔευτέραδευτέραδευτεραθλητήςδευτερεύωνδευτέριοδευτερόλεπτο
Zobrazit vše (24)
δεσμεύω [ðezmeːvo] v
1.zavázat (k povinnosti ap.), zavazovat koho k čemu (omezovat závazkem)
2.zabrat (prostor svými rozměry)
Reklama:

Reklama: