×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconδηλητηριασμένος
Reklama:

Okolí

δευτερότοκοςδέχομαιδήθενδηκτικόςδηλ.δηλαδήδηλητηριάζωδηλητηρίασηδηλητηριασμένοςδηλητηριασμόςδηλητήριοδηλητηριώδηςδηλώνωδήλωσηδημαγωγίαδημαγωγικόςδημαγωγόςδημαρχείοδήμαρχοςδημητριακάδημητριακόδημητριακόςδήμιοςδημιουργία
Zobrazit vše (24)
δηλητηριασμένος [ðilitiriazmeːnos] adj
otrávený z čeho (znechucený ap.)
Reklama:

Reklama: