×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconδιαβολικός
Reklama:

Okolí

διαβεβαιώνωδιαβήτης1διαβήτης2διαβητικόςδιαβιβαστήςδιαβίωσηδιαβόητοςδιαβολήδιαβολικόςδιάβολοςδιαβούλευσηδιαβρέχωδιαβρώνωδιάβρωσηδιάγνωσηδιάγραμμαδιαγράμμισηδιαγραμμισμένοςδιαγραφήδιαγράφωδιαγωγήδιαγωνίζομαιδιαγώνιοςδιαγώνισμα
Zobrazit vše (24)
διαβολικός [ðiavolikoːs] adj
ďábelský (plán ap.), pekelný, satanský
Reklama:

Reklama: