×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconδιαπράττω
Reklama:

Okolí

διαπληκτίζομαιδιαπολιτειακόςδιαπορθμεύωδιαποτίζωδιαπραγματεύομαιδιαπραγμάτευσηδιαπραγματεύσιμοςδιαπραγματευτήςδιαπράττωδιαπρεπήςδιαπρέπωδιαπροσωπικόςδιαρθρωμένοςδιάρκειαδιαρκήςδιαρκώδιαρκώςδιαρρέωδιαρρηγνύωδιαρρήκτηςδιάρρηξηδιαρροήδιάρροιαΔίας
Zobrazit vše (24)
διαπράττω [ðiapraːto] v
páchat, spáchat co, dopustit se čehoδιαπράττω λογοκλοπή plagovat (dopouštět se plagiátu)διαπράττω μικροκλοπές krást (v malém), rozkrádat
Reklama:

Reklama: