×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconδιασκεδαστικός
Reklama:

Okolí

διασαφηνίζωδιάσεισηδιάσελοδιάσημοςδιασημότηταδιασκεδάζωδιασκέδασηδιασκεδαστήςδιασκεδαστικόςδιασκευήδιάσκεψηδιασκορπίζομαιδιασκορπίζωδιασκορπισμένοςδιάσπαρτοςδιάσπασηδιασπαστικόςδιασπείρωδιασποράδιασπώδιαστάσειςδιάστασηδιασταυρώνομαιδιασταυρώνω
Zobrazit vše (24)
διασκεδαστικός [ðiasceðastikoːs] adj
úsměvný (komický ap.), legrační, zábavný, srandovní, veselý (historka ap.)Είναι διασκεδαστικός. Je s ním legrace.
Reklama:

Reklama: