×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconδιασκορπισμένος
Reklama:

Okolí

διασκεδάζωδιασκέδασηδιασκεδαστήςδιασκεδαστικόςδιασκευήδιάσκεψηδιασκορπίζομαιδιασκορπίζωδιασκορπισμένοςδιάσπαρτοςδιάσπασηδιασπαστικόςδιασπείρωδιασποράδιασπώδιαστάσειςδιάστασηδιασταυρώνομαιδιασταυρώνωδιασταύρωσηδιαστέλλομαιδιάστημαδιαστημικόςδιαστημόπλοιο
Zobrazit vše (24)
διασκορπισμένος [ðiaskorpizmeːnos] adj
roztroušený, rozptýlený (po ploše)
Reklama:

Reklama: