×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconδιατηρημένος
Reklama:

Okolí

διάταγμαδιατάζωδιατακτικήδιάταξηδιαταραγμένοςδιαταράσσωδιαταραχήδιατάσσωδιατηρημένοςδιατήρησηδιατηρούμαιδιατηρώδιατίμησηδιατομήδιατρέφωδιατρέχωδιάτρησηδιατρητικόδιάτρητοςδιατριβήδιατροφήδιατροφικόςδιατροφολόγοςδιατρυπώ
Zobrazit vše (24)
διατηρημένος [ðiatirimeːnos] adj
zachovalý (člověk, budova ap.)
Reklama:

Reklama: