×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconδιεισδυτικός
Reklama:

Okolí

διεγείρωδιέγερσηδιεγέρτηςδιεγερτικόΔιεθνήςδιεθνήςδιεθνώςδιείσδυσηδιεισδυτικόςδιεισδύωδιεκδίκησηδιεκδικητήςδιεκδικώδιέλευσηδιέλευσηςδιένεξηδιεξάγωδιεξοδικάδιεξοδικόςδιεπιστημονικόςδιεπιφάνειαδιεργασίαδιερεύνησηδιερευνητικός
Zobrazit vše (24)
διεισδυτικός [ðiizðitikoːs] adj
(med.) invazivní
Reklama:

Reklama: