×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconδιεξοδικός
Reklama:

Okolí

διεκδίκησηδιεκδικητήςδιεκδικώδιέλευσηδιέλευσηςδιένεξηδιεξάγωδιεξοδικάδιεξοδικόςδιεπιστημονικόςδιεπιφάνειαδιεργασίαδιερεύνησηδιερευνητικόςδιερευνώδιερμηνέαςδιερμηνεύωδιερρέωδιέρχομαιδιεσπαρμένοςδιεστιακόςδιεστραμμένοςδιευθέτησηδιευθετούμαι
Zobrazit vše (24)
διεξοδικός [ðieksoðikoːs] adj
1.důkladný, obšírný (popis ap.), podrobný
2.komplexní (ucelený, vše postihující ap.)
3.výstupní (kontrola ap.)
Reklama:

Reklama: