×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconδιεστραμμένος
Reklama:

Okolí

διερευνητικόςδιερευνώδιερμηνέαςδιερμηνεύωδιερρέωδιέρχομαιδιεσπαρμένοςδιεστιακόςδιεστραμμένοςδιευθέτησηδιευθετούμαιδιευθετώδιεύθυνσηδιευθυντήςδιευθυντικόςδιευθύνωδιευθύνωνδιευκολύνωδιευκρίνησηδιευκρινίζωδιευρύνομαιδιεφθαρμένοςδίζυγοδιήγηση
Zobrazit vše (24)
διεστραμμένος [ðiestrameːnos]
adj
perverzní, zvrácený, zvrhlý, úchylný
ο
zvrhlík, (hovor.) úchyl
Reklama:

Reklama: