×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconδωροδοκώ
Reklama:

Okolí

δωρεάδωρεάνδωρητήςδωρίζωδώροδωροδοκημένοςδωροδοκίαδωροδοκούμενοςδωροδοκώδωροδοκώνδωροεπιταγήΕ.Ε.Ε.Ε.Π.Ε.εάνεαυτόςεβδομάδαεβδομαδιαίοςεβδομαδιαίωςεβδομηκοστόςεβδομήνταέβδομοςέβενοςεβραϊκά
Zobrazit vše (24)
δωροδοκώ [ðoroðokoː] v
uplatit, podplatit koho, uplácet koho/co
Reklama:

Reklama: