×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconεγκατελελειμμένος
Reklama:

Okolí

εγκάρσιοςεγκαταλειμμένοςεγκαταλείπωεγκατάλειψηεγκαταλελειμμένοςεγκαταστάσειςεγκατάστασηεγκαταστάτηςεγκατελελειμμένοςεγκατεστημένοςέγκαυμαεγκεκριμένοςεγκεφαλικόςεγκεφαλίτιδαεγκέφαλοςεγκλείωέγκλημαεγκληματίαςεγκληματικόςεγκληματικότηταεγκληματολογίαεγκληματολογικόςεγκληματολόγοςεγκληματώ
Zobrazit vše (24)
εγκατελελειμμένος [eŋgatelelimeːnos] adj
bezprizorný (opuštěný ap.)
Reklama:

Reklama: