×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconεκπληκτικός
Reklama:

Okolí

εκπαιδευτήςεκπαιδευτικόςεκπαιδεύωεκπέμπωεκπεστέοςεκπίπτωεκπλειστηριάζωεκπληκτικάεκπληκτικόςέκπληκτοςέκπληξηεκπληρώνωεκπλήρωσηεκπλήσσομαιεκπλήσσωεκπνέωεκπνοήεκποίησηεκποιώεκπολιτίζωεκπομπήεκπόνησηεκπρόθεσμοςεκπρομελέτης
Zobrazit vše (24)
εκπληκτικός [ekpliktikoːs] adj
fenomenální, ohromující (šokující)
Reklama:

Reklama: