×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconεκστασιασμένος
Reklama:

Okolí

εκριζώνωεκροήεκσκάπτωεκσκαφέαςεκσκαφήεκσπερματώνωεκσπερμάτωσηέκστασηεκστασιασμένοςεκστομίζωεκστρατείαεκσυγχρονίζωεκσυγχρονισμόςεκσφενδονίζωέκτακταέκτακτηέκτακτοςεκτάριοέκτασηεκταφήεκτεθειμένοςεκτείνομαιεκτέλεσηεκτελέσιμος
Zobrazit vše (24)
εκστασιασμένος [ekstasiazmeːnos] adj
(naprosto) nadšený, unesený (radostí bez sebe)
Reklama:

Reklama: