×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconεκτείνομαι
Reklama:

Okolí

εκσφενδονίζωέκτακταέκτακτηέκτακτοςεκτάριοέκτασηεκταφήεκτεθειμένοςεκτείνομαιεκτέλεσηεκτελέσιμοςεκτελεστήςεκτελεστικήεκτελεστικόςεκτελώεκτελωνίζωεκτελωνισμόςεκτενήςεκτενώςεκτεταμένοςεκτίθεμαιεκτίμησηεκτιμητήςεκτιμώ
Zobrazit vše (24)
εκτείνομαι [ektiːnome] v
táhnout se (planina ap.), sahat kam (rozsahem ap.)
Reklama:

Reklama: