×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconεμβολιάζω
Reklama:

Okolí

εμβαθύνωεμβαπτίζωεμβαπτισμένοςέμβασμαεμβέλειαέμβλημαεμβολήεμβολιάζομαιεμβολιάζωεμβολιασμόςεμβόλιοεμβρυϊκόςέμβρυοεμβύθισηεμείςεμέναΈμενταλεμετικόεμετόςεμιράτοεμίρηςεμμένωέμμεσαέμμεσος
Zobrazit vše (24)
εμβολιάζω [emvoʎaːzo] v
(med., vet.) očkovat, naočkovat koho
Reklama:

Reklama: