×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconεμβρυϊκός
Reklama:

Okolí

έμβασμαεμβέλειαέμβλημαεμβολήεμβολιάζομαιεμβολιάζωεμβολιασμόςεμβόλιοεμβρυϊκόςέμβρυοεμβύθισηεμείςεμέναΈμενταλεμετικόεμετόςεμιράτοεμίρηςεμμένωέμμεσαέμμεσοςέμμετροςεμμηνόπαυσηεμμηνόρροια
Zobrazit vše (24)
εμβρυϊκός [emvriikoːs] adj
(anat.) plodový (o plodu živočicha)
Reklama:

Reklama: