×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconεμπλέκω
Reklama:

Okolí

εμπειροτέχνηςεμπιστεύομαιεμπιστευτικόςεμπιστευτικότηταέμπιστοςεμπιστοσύνηεμπλέκομαιεμπλεκόμενοςεμπλέκωεμπλοκήεμπλουτίζωεμπλουτισμένοςέμπνευσηεμπνευστήςεμπνευστικόςεμπνέωεμποδίζωεμπόδιοεμποδιστήςεμπόρευμαεμπορευματοκιβώτιοεμπορευματοποίησηεμπορευματοποιώεμπορεύομαι
Zobrazit vše (24)
εμπλέκω [embleːko] v
1.zamotat se (do spletence), zašmodrchat se do čeho
2.zaplést, zatáhnout (aféry ap.), zapojit koho do čeho (osobu do činnosti)
Reklama:

Reklama: