×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconεμπλεκόμενος
Reklama:

Okolí

έμπειροςεμπειροτέχνηςεμπιστεύομαιεμπιστευτικόςεμπιστευτικότηταέμπιστοςεμπιστοσύνηεμπλέκομαιεμπλεκόμενοςεμπλέκωεμπλοκήεμπλουτίζωεμπλουτισμένοςέμπνευσηεμπνευστήςεμπνευστικόςεμπνέωεμποδίζωεμπόδιοεμποδιστήςεμπόρευμαεμπορευματοκιβώτιοεμπορευματοποίησηεμπορευματοποιώ
Zobrazit vše (24)
εμπλεκόμενος [emblekoːmenos] adj
zapojený do čeho (do činnosti, diskuse ap.)
Reklama:

Reklama: