×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconενάγω
Reklama:

Okolí

εμφυτεύωέμφυτοςέμψυχοςεμψυχωτήςεμώεν όψειέναένα δέκατο στρέμματοςενάγωεναέριοςεναλλαγήεναλλάκτηςεναλλακτικάεναλλακτικόςεναλλάξεναλλάσσομαιεναλλασσόμενοςενανθρώπησηενάντιαεναντιώνομαιεναπόθεσηεναποθέτωεναπομείναςεναπομένων
Zobrazit vše (24)
ενάγω [enaːɣo] v
(práv.) obžalovat, obvinit koho z čeho (oficiálně, soud ap.), (soudně) stíhat
Reklama:

Reklama: