×
Lingea
Nabídka slovníků E-shop Přihlášení
×

Hesla

iconενδυναμωμένος
Reklama:

Okolí

ενδοσυνεννόησηενδοφλέβιοςενδοχώραένδυμαενδυμασίαενδυματολόγιοενδυματοποιίαενδυμάτωνενδυναμωμένοςενδυναμώνωενδυνάμωσηένδυσηενέδραενεδρεύωενενηκοστόςενενήνταενεργάενέργειαενεργειακόςενεργητικάενεργητικήενεργητικόςενεργητικότηταενέργια
Zobrazit vše (24)
ενδυναμωμένος [enðinamomeːnos] adj
zesílený (výztuží ap.)
Reklama:

Reklama: